Αρχεία

ADMIN

ADMIN has written 120 posts for ΒΟΡΕΙΟΗΠΕΙΡΩΤΕΣ

Η αρχαία πόλη Σωρεία και η Ιερά Μονή Θεοτόκου Σωρωνιάς

MONI  THEOTOKOU 2Στη θέση Μονής Σωρωνιάς σήμερα, εκείτο η αρχαία πόλη Σωρεία, η ύπαρξη της ιστορείται από τους πρώτους μετά Χριστόν αιώνες , η αρχαία πόλη αποτυπώθηκε για αρκετούς αιώνες ως σύμβολο πολιτισμού ,συνδεδεμένο με ‘’τις αδελφές Αγάπη, Πίστη, Σοφία’’ υπέρ της Ελληνορθόδοξης εκκλησίας.
Μέχρι τα μέσα του 16ου αιώνα, η αρχαία Σωρεία βρισκόταν ‘’εν ζωή’’, το 1522 η επιδημία σε ρόλο καταλύτη αφάνισε κάθε ζωντανό οργανισμό, κλείνοντας αιώνια την πύλη της αρχαίας πόλης Σωρείας. (σύμφωνα με το βιβλίο του Σωζομενού, βιβλ.Β΄, κεφ. Κε, εκδ. Παρισίων, σελ. 105 ) .

Μεγάλες ήτο και η λεηλασίες, επί Αλί Πασά αποκολλήθηκαν από ένα αρχαίο μνημείο δυο ογκώδεις πλάκες, καταγραφές από αρχαίες επιγραφές, τις οποίες μετέφερε στο Βουθρωτό και στο Λονδίνο μέσω ιστιοπλοϊκου από τον τότε αρμοστή της Κέρκυρας Μαιτλάνδ. (Στοιχεία από Βιβλ. Αθαν. Πετριδη: Κριτικαι Επιστασίαι, Πατραι 1866, σελ. 21).

Δυστυχώς, δεν ήταν η μόνη ανθρώπινη παρέμβαση, με το πέρας των αιώνων ,η ιστορική αυτή πόλη ακολούθησε την τεθλιμμένη οδό των διαφόρων κατακτητών, με άμεσο αποτέλεσμα, σήμερα, να μην υπάρχει διαθέσιμο κάποιο ιστορικό κομμάτι που να μαρτυρά την ύπαρξη αυτής.

Ιερά Μονή Koιμήσεως Θεοτόκου Σωρωνιάς

Το Μοναστήρι της Θεοτόκου ανήκει διοικητικά στις κοινότητες Πλάκας-Καινούριου της Επαρχίας Συνέχεια

Να γνωρίσουμε τα χωριά της Βορείου Ηπείρου: η Τρέμουλη

12188935_1493385927623785_5790422225539596303_nΗ Τρέμουλη είναι ένα από τα ένδεκα χωριά της επαρχίας Αλύκου, στο Νομό των Αγίων Σαράντα. Σήμερα εντάσσεται στο νέο Δόμο της Φοινίκης.
Απλώνεται απάνω σε έναν απαλό λοφίσκο, σε υψόμετρο 55 μ.. Απέχει 7 χιλιόμετρα ανατολικά των Αγ. Σαράντα, και δύο χλμ δεξιά της εθνικής οδού Αγ. Σαράντα-Μαυρομάτι
Κατά τον Αποστόλ Πάνγκο, στην Εγκυκλοπαίδεια Δελβίνου και Αγίων Σαράντα το χωριό πήρε το όνομα από την ελληνική λέξη «τρέμω», διότι, σύμφωνα την παράδοση το μέρος σειόνταν -έτρεμε πολύ. (tremul=lekundje).
Αναφέρεται για πρώτη φορά το 1852 ως τσιφλίκι με 10 σπίτια. Το 1896 εμφαίνεται με 8 οικογένειες και το 1923 με 7 οικογένειες. Στις επόμενες απογραφές διαφέρει ο αριθμός των οικογενειακή και των κατοίκων. Το 1913 έχει 105 κατοίκους, ενώ στην απογραφή του 1927 έχει 37 κατοίκους και το 1933 φθάνει τους 50.
Οι κάτοικοι του είναι όλοι ελληνικής καταγωγής.
Στην κορυφή της ράχης βρίσκεται η εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας. Η παλιά εκκλησιά είναι κτισμένη στα τέλη του 17ου αιώνα. Πρόσφατα, τυχαία, βρεθήκαν τα παλιά ερείπια της γύρω στα 500 μέτρα πιο κάτω, που μαρτυρούν πως είναι πιο αρχαία. Στην εκκλησία αυτή, λειτουργούσε το κρυφό σχολείο, όπου παιδιά από το Αλύκο και τα γύρω χωριά μάθαιναν γράμματα. Ο παπα- Ζήσης και ο παπα -Γιώρης δύο ιερείς που λειτούργησαν καις την εκκλησία αυτή.
Και οι κάτοικοι αυτής της κοινότητας ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα και έλαβαν μέρος στον Αντιφασιστικό Αγώνα.
Μετά την απελευθερώσει ενώθηκαν σε γεωργικό συνεταιρισμό. Αργότερα με άλλα 11 χωριά και πιο αργότερα στον Ηνωμένο Γεωργικό Συνεταιρισμό της Φοινίκης με νοικοκυριά.
Και σε αυτό το χωριουδάκι βρήκε στέγη ο Συνέχεια

Να γνωρίσουμε τα χωριά της Βορείου Ηπείρου:Το Ελευθεροχώρι

Ελευθεροχώρι ΔελβίνουΣτη δυτική πλευρά του Πλατοβουνίου, που χωρίζει το νομό του Δελβίνου με του Αργυροκάστρου, στην κατηφόρα του αυχένα του βουνού αυτού από τη δύση, σε υψόμετρο 650 μ. και 5 χιλιόμετρα βόρεια της πόλης του Δελβίνου, έχει χτίσει την ιστορία του το χωριό Ελευθεροχώρι.
Ο ανώνυμος «νονός» που το ονόμασε έτσι με την συνένωση των δύο λέξεων: «ελευθερία + χωριό», δε γνωρίζει κανείς σε ποιον αιώνα έχει ζήσει.

Ιστορική αναδρομή

Πηγές από διάφορα έγγραφα μιλάνε για την ύπαρξη του Ελευθεροχωρίου από τον 16ο αιώνα. Το 1582 είχε 48 οικογένειες, το 1852 κατέβηκε σε 30 οικογένειες, το 1913 αριθμούσε 60 οικογένειες και 1 δάσκαλο, ενώ το 1926 είχε 79 οικογένειες. (σύμφωνα με τα αρχεία του αλβανικού κράτους).
Σύμφωνα με αυτή την πηγή το χωριό αποτελούνταν από τις παρακάτω φυλές:
Βάσο, Βότση, Δήμου, Δρόσο, Θωμά, Καζέλη, Καραμπέτση, Καρδάση, Κασιάρα, Κεραμά, Κόκου, Κουτσούκη, Κυριακή, Κωστάκη, Μάκο, Μούτσιο, Μπιζμπίκη, Μπράχο, Νικούλη, Ντούρο, Πάνο, Παππά, Τσιαλίκη, Τσέκο και Τσιρόκο.

Σύμφωνα με μια επίσημη επιστολή που έστελνε η υποπεριφέρεια του Δελβίνου στο Υπουργείο Οικονομικών το 1926, το Ελευθεροχώρι είχε 137 στρέμματα γης, 134 στρέμματα αμπελώνα και φρουτόδεντρα, 1343 στρέμματα βοσκοτόπια για το χωριό, 477 στρέμματα δάσος, 740 γιδοπρόβατα, 82 αγελάδες και 18 βόδια για δουλειά. Οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού ασχολούνταν με βιοτεχνία και εμπόριο στο Δέλβινο και μόνο μερικές οικογένειες επιβίωναν με τα έσοδα από την κτηνοτροφία.
Το 1957 συγκροτήθηκε ο γεωργικός συνεταιρισμός του χωριού και αργότερα ενώθηκε με το χωριό Κακοδίκι και Σοπότι (Βάρφαϊ) συγκροτώντας τον ενωμένο γεωργικό συνεταιρισμό του Ελευθεροχωρίου με κέντρο το χωριό μας. Ο γεωργικός συνεταιρισμός διαλύθηκε το 1990-1991. Όμως οι συνέταιροι από τη διάλυση του συνεταιρισμού δεν πήραν τις περιουσίες που πρόσφεραν στην συγκρότηση του, αλλά έγινε ένα πολύ κακό μοίρασμα, το οποίο τώρα με το πέρασμα του χρόνου πρέπει να Συνέχεια

Να γνωρίσουμε τα χωριά της Βορείου Ηπείρου: Το Αλύκο

martyres-alykou-660x330Ήταν το διοικητικό κέντρο της επαρχίας Αλύκου, σήμερα ανήκει στο δήμο Φοινίκης. Απλώνεται απάνω σ’ ένα μαλακό λόφο σε υψόμετρο 60 μέτρα, 2 χιλιόμετρα δεξιά του αυτοκινητόδρομου Δέλβινο-Κονίσπολη, 6,5 χιλιόμετρα ανατολικά των Αγ. Σαράντα.

Κατά τον Απόστολο Πάγκο, πήρε αυτό το όνομα από τον κτηματία Αλή, που το θεμελίωσε. Η δεύτερη εκδοχή συνδέει το όνομά του με το άγριο ζώο, το λύκο, επειδή ο λόφος ήταν πυκνοφυτεμένος και είχε πολλούς λύκους. Μια άλλη εκδοχή συνδέει το όνομα με τις αλυκές που έκαναν στον κάμπο οι κάτοικοί του. Σήμερα οι νέοι Αλυκιώτες συνηθίζουν να το ονομάζουν Αλυκές.

Κατοικείται από ελληνικής καταγωγής κατοίκους.

Στην απογραφή του 1852 αναφέρεται με 32 οικογένειες. Βάσει της απογραφής του 1913 είχε 17 σπίτια με 150 κατοίκους, το 1923 είχε 46 σπίτια με 304 κατοίκους και το 1927 είχε 311 κατοίκους.

Δύο φορές οι κάτοικοί του ξεσηκωθήκαν κατά του Ιταλού Αρτούρο Ορλεάντι διότι αγόρασεκτήματα από τους αγάδες και δημιούργησε επιχείρηση με οπωροφόρα δέντρα και αμπέλια και έβαζε μεγάλους φόρους στους Συνέχεια

24 Ιουνίου 1914: Η Απελευθέρωση της Κορυτσάς από τα στρατεύματα της Αυτονόμου Ηπείρου

Τσόντος - ΒάρδαςΤα Αυτονομιακά τμήματα αφού πλησίασαν κατά τη νύκτα προς τις 23 Ιουνίου 1914 τις εχθρικές θέσεις, τη χαραυγή μετά από ορμητική έφοδο ανέτρεψαν τους Αλβανούς από τις οργανωμένες θέσεις τους στα Υψώματα Καζάνι. Στη συνέχεια μετά την κατάληψη των αντικειμενικών σκοπών και τη σύντομη ανασυγκρότηση των τμημάτων, οι φάλαγγες συνέχισαν τις επιθετικές τους ενέργειες σύμφωνα με την προσωπική εκτίμηση της καταστάσεως από τους διοικητές τους και μέσα στο ευρύ περιθώριο πρωτοβουλίας που τους έδινε η διαταγή επιθέσεως του Αρχηγού Γεώργιου Τσόντου – Βάρδα.

Ενώ τα σώματα του Παύλου Γύπαρη και Παναγιώτη Γερογιάννη με διαταγή του Τσόντου – Βάρδα κατευθύνθηκαν προς τα χωριά της Κολώνιας Στίκα και Μπούτκα για να συναντήσουν τα τμήματα της Κολώνιας του Λοχαγού Νικόλαου Τσίπουρα, οι φάλαγγες του Γεώργιου Κονδύλη και Επαμεινώνδα Γραβάνη στράφηκαν προς τα βόρεια υψώματα του χωριού Νικολίτσα που κατέχονταν από εχθρικές δυνάμεις.

Το Σώμα του Οπλαρχηγού Μιχάλη Τσόντου κατέλαβε μέχρι τις 09:20 το χωριό Νικολίτσα, ενώ ο Ανθυπασπιστής Ηλίας Λουτσάρης (της φάλαγγας Ε. Γραβάνη) κατόρθωσε να καταλάβει το χωριό Αρέζα και να λάβει την επαφή με τον εχθρό που κατείχε τα βόρεια του χωριού υψώματα. Συνέχεια

Το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου

Screen-Shot-2012-10-27-at-7.55.43-PM-1Το Βορειοηπειρωτικό ζήτηµα αποτελεί µια από τις πιο µαύρες σελίδες της νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας, καθώς συνδέεται µε µια µαρτυρική περιοχή µε έντονο Ελληνικό στοιχείο και παράδοση, η οποία είχε την τραγική µοίρα να απελευθερωθεί τρεις φορές από τα Ελληνικά στρατεύµατα το 1912, το 1914 και το 1940, αλλά και τις τρεις φορές ξαναχάθηκε. Η αδικία εις βάρος των Ελλήνων της Β. Ηπείρου έγκειται στο γεγονός ότι η χώρα µας κατά το Β’Παγκόσµιο πόλεµο αντιστάθηκε ηρωϊκά ενάντια στις δυνάµεις του Άξονα, µε ανυπολόγιστες θυσίες και δυσβάσταχτο κόστος, όταν την ίδια στιγµή η Αλβανική πλευρά, η οποία δικαιώθηκε µεταπολεµικά, συνεργαζόταν µε τους κατακτητές εναντίον της Ελλάδας και κατ’ επέκταση εναντίον των συµµάχων. Πιο συγκεκριµένα, όταν την 28η Οκτωβρίου 1940 τα Ιταλικά στρατεύµατα εισέβαλαν στο Ελληνικό έδαφος, στις δυνάµεις εισβολής συµµετείχαν οι Αλβανοί µε τριάντα τάγµατα του Αλβανικού στρατού. Την ίδια στάση κράτησαν και στη συνέχεια συµπαραστεκόµενοι πιστά στα Ναζιστικά στρατεύµατα.
Η κατάσταση που επικρατούσε στη Β. Ήπειρο εκείνη την περίοδο και µετά τις ανακατατάξεις που ακολούθησαν τους Βαλκανικούς πολέµους, ήταν ήδη έκρυθµη. Τις παραµονές της εισβολής των Ιταλών είχαν παρθεί αυστηρά µέτρα εναντίον των Ελλήνων, µε απαγόρευση αποµάκρυνσης από τα χωριά τους, συλλήψεις και φυλακίσεις.Παράλληλα είχε καλλιεργηθεί µε συστηµατικό τρόπο ο µισελληνισµός σε όλο τον Αλβανικό λαό, µε σκοπό να προετοιµασθεί το έδαφος για τον πόλεµο εναντίον της Ελλάδας.
Τις πρώτες µέρες του πολέµου οι Ιταλικές δυνάµεις σηµείωσαν ορισµένες επιτυχίες µικρής όµως έκτασης. Το Νοέµβριο του 1940 όµως οι Ελληνικές δυνάµεις πέρασαν στην αντεπίθεση και αφού εξουδετέρωσαν την Ιταλική µεραρχία αλπινιστών «Τζούλια», απώθησαν τις Ιταλικές δυνάµεις πέρα από τα σύνορα και έβαλαν τα θεµέλια για την απελευθέρωση της Β. Ηπείρου. Στις 22-11-1940 απελευθερώθηκε η Κορυτσά 28 χρόνια µετά την προηγούµενη απελευθέρωσή της και µέσα σε δύο µήνες ο Ελληνικός στρατός πέτυχε την απελευθέρωση ολόκληρου του Βορειοπηρειρωτικού χώρου. Η νικηφόρα πορεία του Ελληνικού στρατού οφείλεται σε µεγάλο βαθµό στο γεγονός ότι οι Έλληνες στρατιώτες µάχονταν σε εδάφη που κατοικούνταν από Έλληνες, σε αντίθεση µε τον αντίπαλο που βρισκόταν σε έδαφος εχθρικό για αυτόν. Ο Βορειοπηρειρωτικός Ελληνισµός συµπαραστάθηκε µε κάθε τρόπο και βοήθησε ουσιαστικά τον Ελληνικό στρατό καθοδηγόντας τον, προµηθεύοντάς τον µε πολύτιµα εφόδια και περιθάλπτοντας τους Έλληνες τραυµατίες[1]. Η συµπαράσταση και ο ενθουσιασµός των Βορειοηπειρωτών απέναντι στον Ελληνικό στρατό ήταν τέτοιοι, ώστε οι Έλληνες στρατιώτες είχαν την εντύπωση ότι βρίσκονταν σε Ελληνικό έδαφος Συνέχεια

Να γνωρίσουμε τα χωριά της Βορείου Ηπείρου: Το Τσαούσι

Το Τσαούσι είναι μία από τις έντεκα κοινότητες της επαρχίας του Αλύκου. Σήμερα εντάσσεται στο δήμο Φοινίκης.image1
Απλώνεται πάνω σε μια ράχη με υψόμετρο 40 μ., στην δεξιά πλευρά της εθνικής οδού Κρανιά-Μαυρομάτι και γύρω στα 7 χλμ νοτιοανατολικά της πόλης των Αγίων Σαράντα.
Πήρε αυτό το όνομα από τον αξιωματικό του οθωμανικού στρατού, Τσαούση (Caush) που το πήρε σαν κτήμα για τις υψηλές υπηρεσίες προς την Αυτοκρατορία. Αναφέρεται για πρώτη φορά σαν τσιφλίκι το 1852 με 13 σπίτια. Βάση της απογραφής του 1913 είχε 100 κατοίκους, ενώ το 1923 είχε 30 σπίτια με 178 κατοίκους. Το 1927 φθάνει τους 200 κατοίκους.
Οι κάτοικοί του είναι όλοι ελληνικής καταγωγής.
Οι κάτοικοί του πήραν μέρος στον Αντιφασιστικό Αγώνα, δίνοντας κι έναν μάρτυρα, στον αγώνα αυτών, τον Μήτρο Μπώρο.
Το Τσαούσι μεγάλωσε κι έγινε Κεφαλοχώρι. Τα περισσότερα γεγονότα αυτής της περιόδου σχετίζονται με το πρόσωπο του καπετάν Θύμιο Λιώλη.
Αφού διώχτηκε από την Κρανιά, μετά τη δολοφονία του αγά της Κρανιάς από τον Θύμιο, η οικογένεια ήρθε και εγκαταστάθηκε στο Τσαούσι. Ο Θύμιος βγήκε στο κλαρί και έγινε ο άσπλαχνος εχθρός των Τουρκαλβανών μπέηδων και αγάδων, και θερμός υποστηριχτής των ακτημόνων γεωργών. Χάρη στην παλικάρια, τους αγώνες, τις μονομαχίες που έδωσε έγινε ένας ζωντανός θρύλος.
Ο Θύμιος το 1944 αναγκάστηκε να δραπετεύσει στην Ελλάδα, ενώ όλα τα πυρά έπεσαν στην οικογένεια Λιώλη.
Το 1949 συλλαμβάνονται τέσσερα εξαδέλφια: Ο Πέτρος Λιώλης, ο Κώτσης Λιώλης, ο Σωτήρης Λιώλης και ο Γιάννης Λιώλης. Κατηγορήθηκαν πως είχαν αλληλογραφία με τον Θύμιο. Κρατήθηκαν και βασανίστηκαν για τρεις ολόκληρους μήνες στα κομμουνιστικά κολαστήρια.
Αργότερα κρατείται στον καλιά του Αργυροκάστρου, χωρίς δίκη, για τέσσερα χρόνια ο γέροντας Κώστας Κόκκαλης και επιστρέφει στο χωριό χωρίς μουστάκι και δόντια, αφού του τα αφαίρεσαν τρίχα την Συνέχεια

Να γνωρίσουμε τα χωριά της Βορείου Ηπείρου: Η Κοσιοβίτσα

-γραμμένο από τον Χρήστου Νιάκαρη 1964.

582183_406674426023660_1982777065_nΗ Κοσσοβίτσα ή Κοσιοβίτσα είναι ένα από τα πιο όμορφα χωριά της Δρόπολης. Είναι το νοτιότερο χωριό της Δρόπολης χτισμένο στους πρόποδες της Μουργκάνας κοντά στις πηγές του Ξεριά, παρασπόταμο του Δρίνου, ανάμεσα σε βαθύσκιωτα οπωροφόρα δένδρα, τα οποία ποτίζονται από τα γάργαρα και κρύα νερά που βγαίνουν από τα τρίσβαθα σπλάχνα του βουνού. Και οι πλαγιές των γύρω βουνών είναι σκεπασμένες με πυκνά και αδιαπέραστα δάση, από έλατα, κουμαριές ρείκια και βελανιδιές, όπου ζουν και κινούνται ξένοιαστα αγριόγιδα, αγριοχοίροι και τσαλαπετινοί.
Βάση μαρτυριών προκύπτει πως η Κοσιοβίτσα ιδρύθηκε πριν από το 1361.
Η γλωσσική καταγωγή της λέξης Κοσιοβίτσα, δεν είναι εξακριβωμένη. Υπάρχουν εικασίες ότι ονομάστηκε μ’ αυτό το όνομα, επειδή τα δάση της είναι γεμάτα κοτσύφια. Μια άλλη εκδοχή είναι ότι η ονομασία της είναι κατάλοιπο της φραγκοκρατίας, και έχει σχέση με τους αγριόχοιρους που ευδοκιμούν στα δάση της. Μια τρίτη εκδοχή έχει να κάνει με την τούρκικη λέξη “κοσιέ”=γωνία, επειδή η Κοσιοβίτσα είναι χτισμένη σε μια γωνία περιορισμένη από τα βουνά.
Το γραφικό τούτο χωριό αποτελείται από δυο συνοικίες. Την κεντρική συνοικία του άγιου Γεωργίου και τη συνοικία Βατσουνιά. Η συνοικία Βατσουνιά αποχωρίστικε από την υπόλοιπη Κοσιοβίτσα το 1923. Ενσωματώθηκε με την Ελλάδα και αποτελεί από τότε ιδιαίτερο χωριό με το όνομα Αγία Μαρίνα. Το όνομα τούτο το πήρε από την ομώνυμη εκκλησία της την Αγία Μαρίνα.
Η ίδρυση της. Το έτος κατά το οποίο ιδρύθηκε η Κοσιοβίτσα δεν είναι γνωστό. Φαίνεται όμως, ότι είναι παλιό χωριό. Τούτο αποδεικνύεται από αρκετές μαρτυρίες: α) Το αναφέρει ο Δεσπότης Συμεών Παλαιολόγος ο Σέρβος στο χρυσόβουλο που έστειλε το 1361 μ.Χ. στον «σύντεκνον της βασιλείας του Κοντόσταυλον, Κύριον Ιωάννην Τσάφα Ούρσινον Δούκαν», στον οποίων αναγνωρίζει δικαιώματα επί διαφόρων χωριών, ανάμεσα στα οποία είναι «η Σωτήρα και η Κόσσοβα», δηλαδή η σημερινή Κοσιοβίτσα και η γειτονική Σωτήρα.
β) Κατά την πρώτη απογραφή που έκαμαν οι Τούρκοι στην Ήπειρο το 1431, γράφουν ότι η Κοσιοβίτσα, «που είχε άλλοτε 15 οικογένειες», την ημέρα της απογραφής την ηύραν διαλυμένη. Οι κάτοικοι της δηλαδή είχαν διασκορπιστεί. Φαίνεται πολεμικά γεγονότα που η τοπική ιστορία και παράδοση δεν μας διέσωσαν, ανάγκασαν τους Κοσιοβιτσινούς να διασκορπιστούν προσωρινά.
γ) Στην παλιά τρίφυλλη ξύλινη πλάκα του Μοναστηρίου Δρυάνου, που είναι χτισμένο ανάμεσα στα χωριά Συνέχεια

Μητροπολίτης Ιερόθεος Μιλητουπόλεως (1874 – 20 Ιανουαρίου 1956)

Μητροπ.-Μιλητουπόλεως-Ιερόθεος-614x10241

Μητροπολίτης Μιλητουπόλεως Ιερόθεος

Ο κατά κόσμον Ιωάννης Γιαχόπουλος του Αντωνίου και της Αικατερίνης γεννήθηκε στην Πρεμετή Β. Ηπείρου το 1874. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Το 1900 εκάρη μοναχός. Το 1907 ακολούθησε τον μητροπολίτη Τραπεζούντος και μετέπειτα Οικουμενικό Πατριάρχη Κωνσταντίνο ς’ (+1930), ο οποίος τον προήγαγε σε μητροπολίτη Μιλητουπόλεως. Ως πατριαρχικός απεσταλμένος στην Κορυτσά εργάσθηκε επίμονα και υπομονετικά υπέρ ανορθώσεως των πιστών. Οι Αλβανοί όμως τον έδιωξαν.

Απεσύρθη στο Άγιον Όρος το 1930, κι έμεινε στην αρχή στο Λαυριώτικο Κελλί του Αγίου Ευσταθίου-Μυλοποτάμου, όπου είχε μήνες εξόριστος και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄. Κατόπιν, το 1935, διέμεινε στο Κελλί του Αγίου Ελευθερίου-Βουλευτηρίων, στην παραλία της σκήτης, της Αγίας Άννης. Έμεινε στο Άγιον Όρος περί τις τρεις δεκαετίες. Η εκεί παραμονή του διακρίνεται για την ακτημοσύνη του, την απλότητά του, την αφιλοχρηματία του, την ασκητικότητά του, το φιλακόλουθο και την ελεημοσύνη του. Συνέχεια

Να γνωρίσουμε τα χωριά της Βορείου Ηπείρου: το Καινούργιο

image1 (1)Χωριό της επαρχίας του Αλύκου, σήμερα ανήκει στο Δήμο της Φοινίκης. Απλωμένο σε μια ράχη σε υψόμετρο 100 μ., έξι χιλιόμετρα νοτίων των Αγ. Σαράντα, στη μέση του αυτοκινητόδρομου Τσούκα –Μουρσί -Σκάλα.
Οι κάτοικοί του είναι όλοι ελληνικής καταγωγής.
Το χωριό είναι αρχαίο και οι ρίζες του δεν έχουν σχέση με την σημερινή τοποθεσία.Μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα απλώνονταν στις όχθες της λίμνης του Βουθρωτού, μετά μετακόμισαν εκεί που είναι σήμερα. Το όνομά του από το καινούργιο=νέο χωριό.
Σύμφωνα με τις οθωμανικές στατιστικές το 1852 το χωριό ήταν τσιφλίκι με 13 σπίτια. Βάσει της απογραφής του 1913 είχε 13 σπίτια με 165 κατοίκους, ενώ το 1923 κατέβηκε στα 12 σπίτια με 95 κατοίκους. Το 1935 έχει 14 οικογένειες με 112 κατοίκους που πλήρωναν 65 χρυσά φράγκα οικοδομών και 295 ζώων. Η οικονομική κατάσταση πενιχρότατη.
Κατά τις εξεγέρσεις του 1862-1866 οι κάτοικοί του διακρίθηκαν για τους αγώνες για ελευθερία και ανεξαρτησία.
Από το χωριό αυτό κατάγεται ο καπετάν Θωμάς Σπύροςπου έζησε στα χρόνια 1830 – 1880. Αγωνίστηκε στον αγροτικό ξεσηκωμό (1862 – 1864).
Το χωριό αναγνωρίστηκε ως Κεφαλοχώρι από την Υψηλή Πύλη της Κωνσταντινούπολης. Όπως και τα άλλα κεφαλοχώρια, υποχρεούνταν να εκτελεί μόνο εντολές με υπογραφή Σουλτάνου.
Ο Καπετάνιος πήρε την απόφαση: «Πρέπει να πάρω μακρινό ταξίδι. Δεν πάω στην Πόλη να αποκτήσω φήμη και αξιάδα, πάω γιατί στα Συνέχεια

Αρέσει σε %d bloggers: